reth_fortezza.jpg
 

 

 

 

ΤΡΕΙΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΜΑΣ
06/11/07

Σε τρεις σημαντικές παρεμβάσεις προέβη στις 29/10/2007 η διοίκηση του Επιμελητηρίου Ρεθύμνης. Οι παρεμβάσεις αυτές αφορούν: α) στην ανάγκη αντιμετώπισης της ραγδαίας αύξησης της παραβατικότητας στο Νομό μας και β) στη φημολογούμενη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ και γ) στην ανάγκη κατάργησης της εισφοράς του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 Ν.128/1975.

Ειδικότερα:

1) Το Επιμελητήριο Ρεθύμνης απηύθυνε έγγραφο προς τον Υπουργό και τον Υφυπουργό Εσωτερικών κ.κ. Προκόπη Παυλόπουλο και Παναγιώτη Χηνοφώτη, αντίστοιχα. Το έγγραφο αναφέρεται στην ανάγκη αντιμετώπισης της ραγδαίας αύξησης της παραβατικότητας στο Νομό Ρεθύμνης. Ειδικότερα, μεταξύ των άλλων, το Επιμελητήριο αναφέρει:

Επί δεκαετίες, όλοι οι φορείς έχουμε προσπαθήσει και σε μεγάλο μέρος κατακτήσαμε να θεωρείται ο Νομός μας ένας ασφαλής προορισμός με φιλόξενους ανθρώπους και αυτό το κοινωνικό πρόσωπο έχει προβληθεί ιδιαίτερα με την ραγδαία αύξηση της παραβατικότητας στο Νομό μας που έχει ήδη πάρει ανεξέλεγκτες και ανησυχητικές διαστάσεις.

Έχουν πια καταντήσει καθημερινότητα οι πυροβολισμοί, η ανταλλαγή πυρών ακόμη και με άνδρες των ΤΑΕ, οι εκρήξεις σταθμευμένων αυτοκινήτων και αποθηκών, οι ένοπλες ληστείες σε Δημόσια καταστήματα, Τράπεζες, τραπεζικές χρηματαποστολές, υπαλλήλους ΕΛΤΑ, διανομείς επιχειρήσεων, οι κλοπές χρηματοκιβωτίων και ΑΤΜ με χρήση χωματουργικών μηχανημάτων, η σωρεία αδικημάτων για ναρκωτικά, όπλα κλπ.

Παρά τις μέχρι σήμερα προσπάθειες το πρόβλημα καθημερινά διογκώνεται και ήδη έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις έχοντας σαν αποτέλεσμα, εκτός την ανασφάλεια των πολιτών, την αναστολή της αναπτυξιακής πορείας του τόπου μας, κυρίως όμως την ανεπανόρθωτη προσβολή του κύρους του Κράτους.

Πρόκειται για απαράδεκτες εγκληματικές πράξεις ανεύθυνων ατόμων που ουδεμία σχέση έχουν με τις αρχές και τις αξίες της Ρεθεμνιώτικης κοινωνίας και της Ελληνικής πολιτείας.

Οι πολίτες αισθάνονται έντονα την ανασφάλεια. Οι επιχειρηματίες αδυνατούν να ασκήσουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητας, ιδιαίτερα οι δραστηριοποιούμενοι στον ορεινό όγκο του Νομού, φοβούμενοι ένοπλες ληστείες και αρπαγή των αυτοκινήτων τους.

Βασιζόμενοι στη διαπίστωση ότι η επιχειρηματικότητα στο Νομό μας διέρχεται μια από τις σημαντικότερες φάσεις της ιστορίας της και αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, θεωρούμε ότι η ανεξέλεγκτη αύξηση της εγκληματικότητας και η εμφάνιση μιας τοπικής μαφίας θα αποτελέσει την αρχή του τέλους κάθε επιχειρηματικής προσπάθειας.

Ο τοπικός επιχειρηματίας, ήδη υπό τις παρούσες συνθήκες, αισθάνεται ανασφαλής και οι επιχειρηματικές διαδικασίες επιβαρύνονται με επιπλέον επιχειρηματικό ρίσκο που μεταφράζεται σε επιπλέον κόστος στην παραγωγική διαδικασία με τελικό αποτέλεσμα την μείωση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων.

Το Επιμελητήριο, ως κατ εξοχήν φορέας που στόχο έχει να διασφαλίζει την εύρυθμη λειτουργία της τοπικής επιχειρηματικότητας, απαιτεί την λήψη άμεσων μέτρων για την ανακοπή της ραγδαίας τάσης των κρουσμάτων εγκληματικότητας με στόχο την σταδιακή εξάλειψη τους.

2) Το Επιμελητήριο Ρεθύμνης απηύθυνε δύο έγγραφα προς τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιώργο Αλογοσκούφη.

Στο πρώτο έγγραφο, που αναφέρεται στη φημολογούμενη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ, μεταξύ των άλλων, το Επιμελητήριο αναφέρει:

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Τύπου που δεν διαψεύδονται από τις αρμόδιες Αρχές, η Κυβέρνηση μελετά ζωηρά το ενδεχόμενο άμεσης αύξησης των συντελεστών του Φόρου Προστιθεμένης Αξίας (ΦΠΑ) προκειμένου να καταστεί εφικτή η εφαρμογή του Κρατικού Προϋπολογισμού του 2008.

Το Επιμελητήριο διαφωνεί ριζικά με το ενδεχόμενο αύξησης του εμμέσου αυτού φόρου, γιατί θεωρεί ότι θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στις ΜΜΕ και αλυσιδωτές αρνητικές αντιδράσεις στην εθνική οικονομία σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη διεθνή συγκυρία που προκαλείται κυρίως από την ξέφρενη κούρσα της τιμής του «μαύρου χρυσού».

Ειδικότερα, η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ θα προκαλέσει:

· Άνοδο των τιμών βασικών τιμών προϊόντων ευρείας κατανάλωσης και επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των ασθενέστερων οικονομικών τάξεων,
· Αύξηση του πληθωρισμού με συνέπεια την περαιτέρω μείωση της ανταγωνιστικότητας της εθνικής μας οικονομίας,
· Αύξηση της ήδη υπάρχουσας διαφοράς μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολογίας με συνέπεια την μεγέθυνση της άνισης κατανομής των φορολογικών βαρών,
· Ενθάρρυνση της φοροδιαφυγής.

Το Επιμελητήριο θεωρεί ότι υπάρχουν ρεαλιστικές και υγιείς λύσεις για την αντιμετώπιση του φορολογικού εισπρακτικού προβλήματος της Ελληνικής Οικονομίας, αντί της εύκολης λύσης της αύξησης των συντελεστών του ΦΠΑ. Τέτοιες λύσεις είναι:

· Η μείωση της σπατάλης στις δαπάνες του Κράτους,
· Η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής,
· Η ολοκλήρωση της αποκρατικοποίησης των ΔΕΚΟ, Τραπεζών και λοιπών επιχειρήσεων του Δημοσίου,
· Η ανάπτυξη και προώθηση των Συμπράξεων Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα,

Τελειώνοντας, το Επιμελητήριο θεωρεί ότι η ενδεχόμενη αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ πιθανόν να λύσει βραχυχρόνια και μόνο εισπρακτικά οικονομικά προβλήματα του Κράτους. Όμως αναμφισβήτητα θα προκαλέσει νέους κλυδωνισμούς στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις της χώρας, την ραχοκοκαλιά της εθνικής μας οικονομίας, όπως αυτές συνηθίζεται να λέγονται.

Στο δεύτερο έγγραφο που αναφέρεται στην ανάγκη κατάργησης της εισφοράς του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 Ν.128/1975 , μεταξύ των άλλων, το Επιμελητήριο αναφέρει:

Σύμφωνα με ισχύουσα διάταξη νόμου, οι Τράπεζες πρέπει να πληρώνουν στο Κράτος μία εισφορά υπολογιζόμενη στο επιτόκιο των χορηγουμένων δανείων. Πρόκειται για την εισφορά του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν.128/1975. Η εισφορά αυτή σήμερα (σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 3152/203) ανέρχεται σε ποσοστό 0.60% επί του επιτοκίου των χορηγουμένων δανείων.

Η διάταξη του Νόμου προβλέπει ότι η εισφορά βαρύνει αποκλειστικά τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα και όχι τους δανειολήπτες πελάτες τους.

Στην πράξη, όμως, όλες οι Τράπεζες μετακυλύουν τη εισφορά στους δανειολήπτες.

Ο όρος του δανειστικού συμβολαίου που μετακυλύει την εισφορά αυτή στον δανειολήπτη είναι παράνομος, όπως έχει κριθεί με απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Η μετακύληση της εισφοράς στα χορηγούμενα πάσης φύσεως δάνεια ή πιστώσεις, μεταξύ των οποίων και τα εξαγωγικά, έχει ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη επιβάρυνση του κόστους όχι μόνο των παραγομένων ή εξαγόμενων προϊόντων, αλλά καθιστά και δυσβάστακτη τη λειτουργία όλων των επιχειρήσεων με την επιβάρυνση της οικονομικής θέσης του δανειολήπτη επιχειρηματία και ουσιαστικά αποτελεί τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη.

Οι επιπτώσεις αυτές είναι ιδιαίτερα αρνητικές σήμερα στα πλαίσια του ανελέητου ανταγωνισμού που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, η επέλαση των πολυεθνικών καταστημάτων, η αύξηση των βασικών επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της αλματώδους αύξηση των τιμών των καυσίμων και της φημολογούμενης αύξησης του ποσοστού του ΦΠΑ.

Με βάση τα παραπάνω το Επιμελητήριο παρακαλεί τον Υπουργό για τις δικές του ενέργειες, ώστε, αφού οι Τράπεζες δεν μπορεί να εμποδιστούν να μετακυλύουν την εισφορά στους δανειολήπτες, να καταργηθεί η δυσβάστακτη αυτή υποχρέωση καταβολής της εισφοράς του Ν. 128/1975 για τα επιχειρηματικά δάνεια.-

 

ON LINE Σύμβουλος/Επικαιρότητα


 


 

 

 



powered by HOTSoft.gr
ίντερνετ, δίκτυα & τηλεπικοινωνίες